Το κυνήγι στην Ελλάδα υπάρχει από τους αρχαίους χρόνους. Μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά αιώνες τώρα ακολουθώντας τους γραπτούς και άγραφους νόμους που το διέπουν. Οι γνώσεις και εμπειρίες του κάθε κυνηγού είναι πολύτιμες πληροφορίες για αυτούς που ασχολούνται, αλλά και γι αυτούς που θέλουν να μάθουν τι είναι το κυνήγι, πως ασκείται, και τη προσφέρει στη σύγχρονη κοινωνία.

Ελεύθερος (Κυνηγετική ιστορία)








Από τα βρώμικα τζάμια αχνές περνούν οι πρώτες πρωινές αχτίδες του ήλιου. Ο Μηνάς, έσπρωξε με τα σκουριασμένα του κόκαλα τα σκεπάσματα κι ακούμπησε τα γυμνά του πόδια στο κρύο ξύλινο πάτωμα. Ο πρωινός βήχας από το κάπνισμα τόσων χρόνων, τον επισκέφτηκε και σήμερα, κόβοντας του την ανάσα για λίγο, θυμίζοντας του ότι οι αμαρτίες της νιότης, πληρώνονται στο βάθος του χρόνου. Κάνοντας προσπάθεια σηκώθηκε από το κρεβάτι, προσπαθώντας να ισορροπήσει στα γέρικα του πόδια και κατευθύνθηκε στη βρύση, που το παγωμένο της νερό, χρόνια τώρα είναι φάρμακο που τον φέρνει στη ζωή κάθε πρωί. 




Μια ζωή μονός, από παιδί όταν έφυγε από το σπίτι και βγήκε στο μεροκάματο, γυρνώντας όλο το κόσμο κάνοντας δουλειές δουλειές του ποδαριού, αλλά και το ''παράδεισο'' που θα ρίζωνε.Έχοντας την τάση να το βάζει στα πόδια, μόλις ένιωθε ''φυλακισμένος'' άλλαξε πολλές δουλειές κι αφεντικά. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν έκανε οικογένεια. Όλα του τα υπάρχοντα, μια  μοτοσυκλέτα, φορτωμένη με δυο παλιές ξεφτισμένες, δαρμένες από τον αέρα δερμάτινες τσάντες κρεμασμένες στα πλάγια, που μέσα χωρούσαν τα λιγοστά υπάρχοντα του, μαζί με τις χιλιάδες εμπειρίες και περιπέτειες.Την είχε αγοράσει γύρω στα τριάντα του,όταν ένιωσε ότι τα μέσα μεταφοράς, δεν μπορούσαν να μεταφέρουν την ελευθερία που κουβαλούσε στο μυαλό του. Έζησε σα νομάδας. Από πόλη σε πόλη, από χώρα σε χώρα...

Σε κάποιο ταξίδι μ' αυτήν, πέρασε από ένα τόπο που εξαιτίας του χειμώνα, αναγκάστηκε να μείνει κάποιο διάστημα, και επειδή τα χρήματα δεν θα του έφθαναν,  είχε ψάξει και βρήκε δουλειά σαν τσομπάνης σε κάποιο μαντρί, το οποίο το είχε ο μπάρμπα Γιώργης. Έμεινε εκεί όσο κράτησε ο χειμώνας, αλλά αρκετά για να μαγευτεί από την περιοχή.
Του άρεσε η ελευθερία που του έδιναν τα ψηλά βουνά και τα δάση από οξιά. Ήταν όμως κάτι ακόμα.
Σα παιδί, συνήθιζε να συντροφεύει το συχωρεμένο τον πατέρα του στο κυνήγι. Το διάστημα που έμεινε στο ορεινό χωριό, έκανε παρέα με τον Μήτσο, τον μεγάλο γιο του μπάρμπα Γιώργη που έδειχνε να ζηλεύει τη ζωή και τις περιπέτειες που του εξιστορούσε ο Μηνάς. Περνούσαν ώρες κουβεντιάζοντας, για τις μεγάλες πόλεις και αυτά που είχε ζήσει. Σαν αντάλλαγμα ο Μήτσος, του έδειχνε τις ομορφιές του τόπου του, τον τραβούσε μαζί του στο κυνήγι, του μάθαινε τους άγραφους νόμους του κυνηγιού. Ξανά περνούσε σχολείο μαζί του σε ένα τρόπο ζωής που δεν είχε ζήσει και τον μάγευε μέρα με τη μέρα.

Ο χειμώνας όμως πέρασε, και στον ερχομό της άνοιξης ξεκίνησε πάλι για το ατέρμονο ταξίδι του αλλά αυτή τη φορά με στόχο....

Ο μπάρμπα Γιώργης είχε μια καλύβα, σε μια μαγευτική, για τα μάτια του τοποθεσία. Μεταξύ σοβαρού κι αστείου είχαν συμφωνήσει ότι κάποια στιγμή θα γυρνούσε να την αγοράσει και να εγκατασταθεί εκεί. Έφυγε με σκοπό να μαζέψει χρήματα για το στόχο του. Το κατάφερε, αλλά στα... εξήντα του. Με τη σύνταξη και τις οικονομίες στη τσέπη, φόρτωσε στη παλιά πλέον μοτοσυκλέτα που ελάχιστα χρησιμοποιούσε, τα λιγοστά του υπάρχοντα, και ξεκίνησε για τον παράδεισο που όλα αυτά τα χρόνια γυρνούσε στο μυαλό του. Πέρασε από το παλιό πατρικό έρημο πλέον σπίτι του και βρήκε το δίκαννο του συχωρεμένου του πατέρα του. Το να κυκλοφορεί με τη μοτοσυκλέτα δεν ήταν και πολύ εύκολο, αλλά ήθελε να κάνει ένα τελευταίο ταξίδι μαζί της.
Όταν έφτασε στο χωριό έμαθε οτι ο μπάρμπα Γιώργης δεν ζούσε πια, αλλά ο Μήτσος περιχαρής που ξαναείδε τον ταξιδιώτη μετά από τόσα χρόνια, κράτησε την υπόσχεση του πατέρα του και του πούλησε την καλύβα μαζί με την έκταση, στη μέση ενός δάσους από οξιές. Τον βοήθησε όπως μπορούσε στο νέο του ξεκίνημα, και γεννήθηκε μια δυνατή φιλία...

Έχουν περάσει δεκαπέντε χρόνια από τότε που ο Μηνάς κατοικεί πλέον στο παράδεισο του. Η μικρή σύνταξη ίσα που φθάνει για τα απαραίτητα στη καλύβα που ζει αλλά, είναι ευχαριστημένος. Λίγα ζαρζαβατικά στο μικρο κήπο, μαζί με τις δέκα κότες συμπληρώνουν τη διατροφή του.
Το κυνήγι που είναι και η κύρια ασχολία του όλα αυτά τα χρόνια, του προσφέρει κάποιο κρέας, μαζί με τη χαρά να ασκεί αυτό που αγάπησε από τη στιγμή που επισκέφθηκε αυτόν τον τόπο. Από επιλογή ερημίτης, όπως είχε πει σε φίλους, όταν ακούγοντας τον να φανερώνει τα σχέδια του να εγκατασταθεί στην ερημιά. Είχαν προσπαθήσει να τον αποτρέψουν αλλά πεισματικά εκείνος του έλεγε:
-''θέλω να ζω ελεύθερος''
Είχε καταλάβει ότι ποτέ δεν του ταίριαζε η πόλη, ήθελε πάντα να μυρίζει την οξιά και να ακούει τον κότσυφα..

Στο παλιό μπρίκι ο καφές ψήθηκε, γεμίζοντας μυρωδιές την φτωχική καλύβα. Ρουφάει δυο γουλιές και ανοίγει την εξώπορτα να βγει έξω. Στο τρίξιμο της τα δυο γκεκικα που γυρόφερναν στη μικρή αυλή έτρεξαν να πουν καλημέρα στο σύντροφο τους. Η Λίζα εδώ και δέκα χρόνια μαζί του, τη πήρε κουτάβι και τώρα είναι γριά σα κι αυτόν. Και η Ρένα που την βρήκε ετοιμοθάνατη κρεμασμένη σ' ένα κλαδί από κάποιους που θα θελαν να λέγονται κυνηγοί, πριν από τέσσερα χρόνια και τη μάζεψε.
Οι τρεις τους όλα αυτά τα χρόνια, σαν οικογένεια, έλεγαν οι λιγοστοί κάτοικοι του χωριού. Ο ξένος που ζει στην ερημιά με τα δυο σκυλιά. 


Ο Μηνάς όμως χαίρεται την ελευθερία του...
Γνώρισε τα αγρίμια που υπάρχουν στη περιοχή και τα θεωρεί φίλους.
Τη γέρικη αρκούδα που περνάει κάθε τέλος φθινοπώρου μπροστά από τη καλύβα πηγαίνοντας για το χειμωνιάτικο ύπνο της. Την αγέλη των λύκων που κάθε Μάρτη ξεσηκώνει τα σκυλιά της περιοχής όταν "σέρνει" κάποια λύκαινα.Τα γουρούνια που κάθε χρόνο γίνονται και πιο πολλά, μαζεύοντας τους λύκους αλλά και τους λαθροθήρες . Τα λυγερά ζαρκάδια που τα βλέπει από το παράθυρο το ξημέρωμα... Όλα αυτά για το Μηνά, είναι η οικογένεια του...




Από το κακοτράχαλο χωματόδρομο που περνάει μπροστά από τη καλύβα του, αραιά και που μέσα στη νύχτα κάποιο αυτοκίνητο ανεβαίνει και τις περισσότερες φορές είναι λαθροθήρες που στήνουν δόκανα και παγίδες για τα γουρούνια.
Ουκ ολίγες φορές τους έχει χαλάσει τα σχέδια στέλνοντας τους μηνύματα ότι στο βουνό του κυνηγάνε μονό κυνηγοί. Μια φορά έφθασε στο σημείο να τουφεκίσει ένα αυτοκίνητο λαθροκυνηγών με αποτέλεσμα να του κουβαληθεί ο ''νόμος'' για να του ζητήσουν τα ρέστα. Τον άφησαν ήσυχο όμως μόλις έδειξε τα στοιχεία της λαθροθηρίας. 


Κάθεται στα σαρακοφαγωμένα ξύλινα σκαλιά και τα σκυλιά απλώνουν τα κεφάλια τους να πάρουν το πρωινό τους χάδι. Απλώνει το χέρι και τις χαϊδεύει και τις δυο, που αμέσως γυρνάνε και απομακρύνονται από αυτόν, με τα αυτιά τεντωμένα και τις μύτες κόντρα στον αέρα. Το ίδιο και ο γερο Μηνάς που παλεύει κι αυτός μαζί τους να πιάσει τη φωνή του δάσους.
 

Η θολή ματιά του πέφτει στη παλιά μοτοσυκλέτα που σαπίζει ακουμπισμένη στον
ξύλινο φράχτη. Οι βατιές την έχουν σχεδόν καλύψει, έχουν μπλεχτεί πάνω της λες και την τραβούν στο χώμα. Το μυαλό παίζει εικόνες από τα χιλιόμετρα που έγραψε μαζί της...

Το Φθινόπωρο είναι στα μέσα του.. Τσίχλες και φάσες περνούν για το ταξίδι τους στα νότια.
Ακούγεται ένα αυτοκίνητο να ανεβαίνει το στενό χωματόδρομο. Ο μόνος που περνάει τέτοια ώρα είναι ο φίλος του ο Μήτσος, που πάει για το μαντρί κάθε πρωί. Σταματάει μπροστά στο παλιό φράχτη και φωνάζει:
- ''Καλημέρα!''
- ''Καλημέρα Μήτσο.'' απαντάει ο Μηνάς
- ''Η κυρα μου έδωσε να σου φέρω ζυμωτό ψωμί.''
- ''Να ναι καλά..''. Πηγαίνει στη ξεχαρβαλωμένη εξώπορτα, παίρνει το ψωμί και λέει στο Μήτσο.
- ''Λέω να βγω καμιά βόλτα... πέρνα στο κατέβασμα τ΄ απόγευμα να πιούμε κανα κρασί.''
- ''Έγινε Μηνά. Θα περάσω. Ααα ξέχασα να σου πω τώρα που ανέβαινα είδα ένα λαγό στο δρόμο.''
- ''Καλά που το πες, θα πάω μπας και τον έβρω. Έχω σκοπό να κατέβω στη πόλη μια από αυτές τις μέρες,Θα μπορέσεις να δίνεις λίγο νερό και φαΐ στα σκυλιά?''
-''Αφού ξέρεις, οπότε λείπεις εγώ στα προσέχω, δεν θέλει ρώτημα. Μείνε ήσυχος.''
-''Να σαι καλά.'' Λέει ο Μηνάς.

 

Φεύγει ο Μήτσος, γυρνάει ο Μηνάς με το καρβέλι στο χέρι. Σπάει μια γωνία, βάζει μια μπουκιά στο στόμα, και δίνει το υπόλοιπο κομμάτι στα σκυλιά. Μπαίνει στη καλύβα, ακουμπάει το καρβέλι στο τραπέζι. Βγαίνοντας παίρνει τη παλιά δερμάτινη τσάντα με τα λιγοστά φυσέκια, και κρεμάει το δίκαννο στον ώμο. Τα σκυλιά κλαψουρίζουν από χαρά. Στο άνοιγμα της εξώπορτας τα σκυλιά παίρνουν το κατήφορο. Τα γόνατα του πιασμένα, σα σκουριασμένοι μεντεσέδες, προσπαθούν να ανταποκριθούν στον κατηφορικό χωματόδρομο.
Το μυαλό του άδειο. Μόνο αυτό που βιώνει τώρα νιώθει. Χρώματα Φθινοπώρου γεμίζουν το τοπίο.Ο ήλιος ίσα που περνάει τα κίτρινα φυλλώματα. Ο κρύος πρωινός αέρας φάρμακο για τα γέρικα του πνευμόνια. Η ομορφιά που νιώθει τον πονάει. Ο λόγος που απαρνήθηκε τις ανέσεις στη πόλη...
Τα σκυλιά χαμένα..Με το μυαλό του τρέχει μαζί τους, στα ξερά φύλλα, στα ρυάκια με το κρύο νερό...σα να βλέπει τις μυτερές μουσούδες να μυρίζουν κάθε μονοπάτι, κάθε πεσμένο φύλλο...

Στην απέναντι πλαγιά ο Μήτσος έχει βγάλει το κοπάδι. Τα κουδούνια τους γεμίζουν τη φύση με ήχους σαν καμπάνες σε Λαμπρή. Μόλις βγαίνει από τη σκιά των δένδρων, ο καθάριος ήλιος τον λούζει με φως και κάνει τα θολά του μάτια να κλείνουν. Νιώθει τη ζεστασιά στο ρυτιδωμένο του πρόσωπο.
 

-''Τι μέρα είναι σήμερα''? Σκέφτεται...τι σημασία έχει.. πλέον ο χρόνος μετριέται με εποχές.
Το κλαφουνισμα των σκυλιών ξεσηκώνουν το δάσος. Μελωδία στα γέρικα αυτιά του. Η δίωξη έχει αρχίσει αλλά αθέατη από αυτόν, ίσα μπροστά του. Τον τόπο τον ξέρει σα τη παλάμη του. Είναι σίγουρος ότι και να είναι, θα βγει στο δρόμο, στο καθαρό, αρκεί να είναι κοντά. Ανοίγει το βήμα του προσπαθώντας να βρεθεί κοντύτερα στο σημείο που σκυλιά και θήραμα θα περάσουν το δρόμο..
Αλλά αντί αυτού τα σκυλιά συνεχίζουν παράλληλα και κάτω από το δρόμο. Δεν τα προλαβαίνει... σίγουρα ότι και να είναι θα κάνει το γύρο προς τη πίσω μεριά του βουνού. Αντί να ακολουθήσει το κατηφορικό δρόμο μαζεύει τις δυνάμεις του και αποφασίζει να ανεβεί κάθετα το βουνό για να βγει μπροστά στο θήραμα και τα σκυλιά.
Δέκα λεπτά ανάβασης και νιώθει τα πνευμόνια του να καίνε, τη καρδιά να εκραγεί... έρμα μου νιάτα. Ο ιδρώτας ποτάμι. Παλεύει να πάρει ανάσα, να βρει η καρδιά το ρυθμό της. Πέντε λεπτά και ακούει τα σκυλιά να έρχονται χαμηλότερα προς αυτόν. Ενώ όλα δείχνουν ότι τον πλησιάζουν, ξαφνικά κόλλησαν σε ένα σημείο μέσα στο δάσος. Δεν βγαίνουν στο ανοιχτό. Λες και μπλοκάρισαν το θήραμα. Βιαστικά και απρόσεχτα αρχίζει να κατηφορίζει για να βρεθεί κοντά στα σκυλιά που έχουν λυσσάξει στο γάβγισμα.
-''τι να ναι αυτό που κόλλησε τα σκυλιά ?'' σκέφτεται...
Περνάει μέσα από πυκνή κόκκινη φτέρη σκοντάφτοντας αρκετές φορές. Τρώει χαστούκια  αλλά συνεχίζει με όση δύναμη έχει.
Καταφέρνει να φτάσει στις παρυφές του δάσους με τις οξιές. Με το που μπαίνει ακούει τα σκυλιά δυνατότερα αλλά ακόμη δεν τα βλέπει. Πέφτει σ' ένα μονοπάτι που είναι γεμάτο φρέσκα ίχνη αγριόχοιρου.
 

-''Λες να στρίμωξαν γουρούνι?'' μονολογεί λαχανιασμένος. Προσπαθεί να θυμηθεί αν έχει στη τσάντα δράμια. Είναι καθαρό και πάει γρηγορότερα προς τη κατεύθυνση που ακούγονται τα σκυλιά.
Βιαστικά, σχεδόν τρέχοντας, περνώντας από ένα στένωμα μεταξύ δυο δένδρων, σκοντάφτει και ο ήχος τουφεκιάς τον βρίσκει με τα μούτρα στα ξερά φύλλα και το μαλακό χώμα. Τα αυτιά του βουίζουν και για δευτερόλεπτα δεν μπορεί να κουνηθεί. Τα ματιά του, το στόμα του είναι γεμάτα με χώμα και ξερά φύλλα. Στα αυτιά του έχει δυνατό βούισμα και τα χέρια του πονάνε.
Τα σκυλιά σταματήσαν το γάβγισμα. Γυρίζει ανάσκελα και το όπλο του, τον πονάει τη πλάτη όπως το είχε χιαστή. Στα μάτια του δάκρυα, βλέπει θολά τον γαλάζιο ουρανό ανάμεσα από τις κορφές της οξιάς. Σηκώνει τα χέρια και καθαρίζει όσο μπορεί τα μάτια του. Από πάνω του στέκεται η Ρένα το νεώτερο από τα δυο σκυλιά κοιτάζοντας με απορία τον σύντροφο που είναι κατάχαμα.
Προσπαθεί να του γλείψει το πρόσωπο και αυτός τη διώχνει με τα χεριά. Ένας αμβλύς πόνος από το δεξί του πόδι του φέρνει βογγητά. Στηρίζεται στους αγκώνες και κοιτάει τα πόδια του. Το δεξί του πόδι στέκεται αφύσικα γυρισμένο προς τα έξω και ένας λεκές από αίμα κάνει την εμφάνιση του στο παλιό σκισμένο παντελόνι. Προσπαθεί να το κουνήσει μα ο πόνος του φέρνει ζάλη. Κοιτά γύρω και βλέπει στη μια από τις δυο οξιές που πέρασε ανάμεσα τρέχοντας, κοντά στη ρίζα, δεμένο με σύρμα ένα παλιό δίκαννο με κομμένες κάννες. Στις σκανδάλες έχει δεμένη χοντρή πετονιά η όποια περνάει
πίσω από τον υποφυλακτήρα και η άλλη άκρη της είναι δεμένη στην απέναντι οξιά.


-''Εκεί σκόνταψα! Καταραμένοι λαθροθήρες!''

Βογκώντας και βρίζοντας, σέρνοντας καταφέρνει να ακουμπήσει τη πλάτη του στη ρίζα της οξιάς. Η Λίζα που όλη αυτή τη ώρα κρατούσε απόσταση ασφαλείας, πλησιάζει και τεντώνοντας το λαιμό της μυρίζει το αίμα στο πόδι του. Μόνο που αυτό δεν είναι από θήραμα. Με απορία κοιτά τον σύντροφο που κείτεται τώρα πληγωμένο αγρίμι στη ρίζα της οξιάς. Οι βαθιές ρυτίδες έχουν γεμίσει με δάκρυα από τον πόνο. Προσπαθεί να φωνάξει βοήθεια αλλά ο καταραμένος βήχας τον πνίγει. Βγάζει το σουγιά και κόβει το ήδη σκισμένο μπατζάκι.
Είναι χειρότερο από ότι νιώθει. Η τουφεκιά από το κομμένο δίκαννο του σακάτεψε το πόδι. Το κόκκαλο έχει σπάσει στη γάμπα και έχει τρυπήσει το δέρμα με αποτέλεσμα το αίμα να τρέχει ποτάμι στα κίτρινα φύλλα. Η αυτοσχέδια παγίδα βρήκε αυτόν αντί το αγριογούρουνο που θα περνούσε από εκεί. Λύνει το λουρί του όπλου και δένει το πόδι του πάνω από το γόνατο σε μια προσπάθεια να σταματήσει την αιμορραγία. Στηρίζοντας το σώμα του στο όπλο προσπαθεί να σηκωθεί όρθιος. Μόλις τα καταφέρνει μαυρίζει ο κόσμος γύρω του και πέφτει λιπόθυμος.

 

Σουρούπωσε.. ανοίγοντας τα μάτια νιώθει τα σκυλιά να έχουν κουρνιάσει κολλητά πάνω του. Κρύος αέρας φυσά. Το πόδι του πονάει αλλά όχι όπως πριν. Γύρω του αίμα και χώμα έχει γίνει λάσπη. Προσπαθεί να κινηθεί αλλά όλο το σώμα του είναι μουδιασμένο. Έχει ριζώσει. Σηκώνει το χέρι και χαϊδεύει το κεφάλι της Λιζας που είναι ακουμπισμένο στο στομάχι του.Τα καστανά της μάτια μοιάζουν βουρκωμένα. Σκέφτεται ότι ο Μήτσος θα περνάει τώρα από τη καλύβα. Βάζει το χέρι στη δερμάτινη τσάντα και βρίσκει τρία φυσέκια. Γεμίζει το όπλο και ρίχνει δυο τουφεκιές στον αέρα.
Αστραπές από αναμνήσεις περνάν μπρος από τα μάτια του. Τη συχωρεμένη τη μάνα του, να τον περιμένει στο κατώφλι του πατρικού του, τον πρώτο έρωτα που άφησε πίσω γιατί δεν άντεχε το ρίζωμα, τα πρώτα κυνήγια με το συχωρεμένο πατέρα του, ο πρώτος σκύλος, τα ταξίδια του... Αυτά που δεν έκανε ποτέ... Μπερδεμένες αναμνήσεις από την ταινία της ζωής . Το στόμα του έχει στεγνώσει. Σκοτείνιασε. Το δάσος έχει άλλη όψη τώρα. Αλλόκοτη. Ακόμα και τώρα που το σώμα του έχει στεγνώσει από αίμα, δεν νιώθει ξένος σ' αυτό το περιβάλλον. Οι οξιές, σκούρες φιγούρες λικνίζονται στον αέρα σα μαύρες χορεύτριες.


-''Το πρωί όταν ο Μήτσος δεν θα με δει στη καλύβα σίγουρα θα ψάξει να με βρει''. Σκέφτεται...
Ένα ρίγος περνάει τη ραχοκοκαλιά. Μια σκέψη σκίζει το μυαλό του και κάνει την άδεια από αίμα καρδιά να πονέσει.
-''Και αν με βρουν? Δεν θα μπορέσω να ξαναγυρίσω στη καλύβα μου... Πως θα τα βγάλω πέρα σακάτης? Το δάσος δεν είναι για ανήμπορους... Τα σκυλιά?...." 


Ψαχουλεύει με όση δύναμη του έχει απομείνει στα φύλλα και βρίσκει το τρίτο φυσέκι.
Γεμίζει το όπλο και χωρίς δισταγμό βάζει το όπλο κάτω από το σαγόνι του. Το γερασμένο χέρι χαϊδεύει τις κρύες κάννες από το παλιό δίκαννο που τον συντρόφευε όλα αυτά τα χρόνια, τον ξυστό, τα σκαλίσματα και περνάει τον αντίχειρα στη σκανδάλη... 


Ο Μήτσος πέρασε όπως είχαν συμφωνήσει στο σουρούπωμα όταν τελείωσε με το κoπάδι, αλλά βρήκε τη καλύβα άδεια. Υπέθεσε ότι κάπου εκεί γύρω θα είναι ο Μηνάς, τον περίμενε δέκα λεπτά κι άκουσε τις τουφεκιές.

 

-''Ρε τον τρελό! Πάλι το μπελά του ψάχνει με τους λαθροθήρες''. 

Μουρμούρισε μπήκε ξανά στο φορτηγάκι και έφυγε. Δεν ήταν δα και η πρώτη φορά...
Το επόμενο πρωί η Ρένα, το νεώτερο από τα σκυλιά του έλειπε από διπλά του. Η πείνα έκανε το ζώο να γυρίσει στη καλύβα. Τη βρήκε ο Μήτσος, στο ανέβασμα για το μαντρί να περιμένει το αφεντικό της που δεν επρόκειτο να γυρίσει ξανά, έξω από το φράχτη της καλύβας.
Αμέσως κατάλαβε ότι κάτι συνέβη. Φώναξε, κόρναρε,  αλλά χωρίς απάντηση.
Έβαλε το σκυλί στο παλιό φορτηγάκι το πήγε στο μαντρί, του έδωσε νερό και το έδεσε σε μια γωνιά. Μετά κατέβηκε στο χωριό και ειδοποίησε ώστε να βγουν να ψάξουν το γερο. 

Δυο ώρες μετά, είκοσι νοματαίοι έψαχναν το βουνό. 
Βρήκαν το άψυχο κορμί στη ρίζα της οξιάς, με τη Λίζα κουλουριασμένη πλάι του, να προσπαθεί δείχνοντας τα δόντια της, με πνιχτά αδύναμα γαβγίσματα να προστατεύει το κουφάρι.
 

Με το ζόρι κατάφεραν να την ξεκολλήσουν από το άψυχο κορμί. Όταν κατέβασαν το σώμα στο χωριό και το τοποθέτησαν σε χώρο της εκκλησίας, όλο το βράδυ ο σκύλος που ήταν δεμένος απ'έξω, ούρλιαζε. Ο παπάς γνωρίζοντας την αγάπη που είχαν ο γερο Μηνάς με τα σκυλιά του, την έλυσε και εκείνη πήγε και κούρνιασε  κάτω από τη κάσα του γέρου. Το νερό και τα κομμάτια αντίδωρο που της έφεραν ούτε τ' άγγιξε. Περίμενε καρτερικά πότε θα σηκωθεί ο γέρος, να γυρίσουν στη καλύβα τους...
Την επομένη στη κηδεία, οι λίγοι γνωστοί από το χωριό, ο φίλος του ο Μήτσος, αποχαιρετούσαν τον ξένο στο τελευταίο του ταξίδι. Ο Μήτσος του έβαλε το παλιό δίκαννο, στη κάσα.


-''Αντίο φίλε. Καλά κυνήγια'' μουρμούρησε βουρκωμένος.
Όλο αυτό το διάστημα το γέρικο γκέκικο δεν άφησε στιγμή τον σύντροφο της. Απορημένη με σηκωμένα αυτιά περίμενε τον γέρο να σηκωθεί.
Όταν τελείωσε η τελετή, ο Μήτσος έψαξε να τη βρει αλλά μάταια. Είχε εξαφανιστεί. 

"Κι αυτή σα το γερο της, ελεύθερη" μουρμούρισε...

 Μήνες μετά κάποιοι είπαν ότι άκουγαν τα κλαφουνίσματα της να αντιλαλούν στο βουνό του γέρο Μηνά...


Σε μια αναζήτηση καινούργιου κυνηγότοπου, του δικού μου ''παράδεισου''βρέθηκα να ανεβαίνω ένα κακοτράχαλο χωματόδρομο μέσα σε δάσος από γέρικες οξιές. Σε μια στροφή αναγκάστηκα να σταματήσω επειδή ένα άσπρο παλιό φορτηγάκι έκλεινε το δρόμο. Κατέβηκα από τ' αυτοκίνητο με την ευκαιρία να ρωτήσω για το που βγάζει
ο δρόμος, και να μαζέψω πληροφορίες για το κυνήγι στη περιοχή. Είδα ένα γεροντάκι που μου συστήθηκε σα Μήτσος, έξω από το φράχτη μιας μισογκρεμισμένης καλύβας να γεμίζει νερό ένα παλιό αλουμινένιο κατσαρολάκι. Πλάι είχε αφήσει και μισό καρβέλι ξερό ψωμί. Ρίχνοντας μια ματιά γύρω δεν είδα κάποιο ζωντανό, οπότε τον ρώτησα γιατί το κάνει. Μου είπε:


-''Έχω υποσχεθεί στο φίλο μου τον Μηνά να του προσέχω τα σκυλιά όσο θα λείπει. Αν πράγματι είσαι κυνηγός όπως λες, σίγουρα θα ακούσεις τη Λίζα, το κυνηγόσκυλο του, να κυνηγάει σ'αυτο το βουνό.'' 



Αφιερωμένο σε όλους τους Ελεύθερους Κυνηγούς.  +Κοινός Θνητός  2012