Το κυνήγι στην Ελλάδα υπάρχει από τους αρχαίους χρόνους. Μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά αιώνες τώρα ακολουθώντας τους γραπτούς και άγραφους νόμους που το διέπουν. Οι γνώσεις και εμπειρίες του κάθε κυνηγού είναι πολύτιμες πληροφορίες για αυτούς που ασχολούνται, αλλά και γι αυτούς που θέλουν να μάθουν τι είναι το κυνήγι, πως ασκείται, και τη προσφέρει στη σύγχρονη κοινωνία.

Απρόσμενη συνάντηση...

Πραγματικό περιστατικό που μου συνέβη στη περιοχή Βαρυκού...


Μεσημέρι στα μέσα Νοέμβρη...
Τραβάω τη κουρτίνα και διακρίνω αμυδρά στον ορίζοντα τις χιονισμένες κορφές του Σινιάτσικου. Κλειστός ουρανός παντού. Χιονιάς καιρός αλλά ακόμα νιφάδα δεν πέφτει. Το κάλεσμα το ακούω όποτε βλέπω βουνό... Αυτή τη φορά θα το αγνοούσα?
Φορτώνω βιαστικά τα απαραίτητα σαλτάρει κι ο σκύλος στο αυτοκίνητο και δρόμο..



Ούτε μισή ώρα δρόμος. Η χαρά της επαρχίας. Να είσαι σε άλλο κόσμο σε λιγότερο από μια ώρα. Ησυχία παντού. Τα βήματά μου στο χαλικόδρομο  και το τρέξιμο του σκύλου ανάμεσα στα γυμνά δένδρα πατώντας τα κίτρινα ξερά φύλλα η μόνη παραφωνία. Στα αυτιά μου ακούγεται μελωδία. Ελευθερία που λίγοι κατανοούν. Ρουφάω με λύσσα το κρύο αέρα να φτάσει σε όλα μου τα άκρα. Νιώθω να γεμίζει τις φλέβες μου. Είμαι εξαρτημένος.

Αφήνω το δρόμο και ακολουθώ το σκυλί στην λυσσασμένη ερευνά του χωρίς να έχω πόθο να συναντήσω κάτι. Απλά ήθελα τη δόση μου. Να γεμίσω μπαταρίες αντοχής για την κατανάλωση της καθημερινότητας. Ένα χαστούκι από κλαδί βελανιδιάς με ξυπνά. Ούτε που διαμαρτύρομαι αν και με πόνεσε. Νιώθω εισβολέας...

Συνεχίζω ανοδικά βαριανασαίνοντας έχοντας στόχο τις παρυφές ενός δάσους από έλατο. Πίσω από την χαμηλή κορφή το χωριό, να μου δηλώνει τη παρουσία του με μακρινούς αχνούς ανθρώπινους ήχους. Το σκυλί έχει τη κίνηση του αίλουρου. Η μύτη του έχει πιάσει αόρατα νήματα για μένα. Τα ακολουθεί  συγκεκριμένα μα και αόριστα συγχρόνως. Με τσιτώνει αυτή η κατάσταση. Καρφώνω τα μάτια μου πάνω του και γίνετε ο οδηγός μου. Το ακολουθώ τυφλά σκοντάφτοντας  στα πεσμένα κλαδιά πολλές φορές. Ένα κρύο αεράκι κόντρα στο πρόσωπό μου δηλώνει ότι είμαστε αόρατοι, η σχεδόν. Στη μύτη του σκύλου, χάρτης απείρων οσμών που πρέπει να ξεδιαλύνει για να βρει το σωστό μονοπάτι.

Ούτε μπορώ να υπολογίσω την απόσταση που διανύσαμε έτσι. Λίγο πριν τις παρυφές του ελατοδάσους  υπάρχει  ένα κενό 30 – 40 μέτρων που χωρίζει το δάσος βελανιδιάς που βρίσκομαι, από τα έλατα. Ένα μικρό ανάχωμα και πίσω ακριβώς μία λάκα.
Στη κορυφή του αναχώματος δεξιά μου ο σκύλος φερμάρει σε μιά ξαπλωτή στάση γεμάτη ένταση. Τα μάτια του καρφωμένα σε κάτι αόρατο σε μένα. Η ουρά του τρέμει από ένταση.

Στο μυαλό μου τρέχει ότι πρόκειται για μπεκάτσα, αφού αυτό είναι το θήραμα στο οποίο έχει εκπαιδευτεί χρόνια τώρα. Γεμίζω το όπλο και ανεβαίνω όσο μπορώ πιο αθόρυβα, με το ένα χέρι για βοήθεια στα πόδια που γλιστρούν στα υγρά φύλλα ώστε να μπορέσω να δώ το πάτο της λάκας και να έχω ορατότητα για μια επιτυχή τουφεκιά. Γεμίζουν τα νύχια μου μαλακό φυτόχωμα. Ποιος νοιάζεται...
Δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψω τα συναισθήματα  που δημιουργήθηκαν από αυτό που αντίκρισαν τα μάτια μου.
Ένα αρσενικό ζαρκάδι, με χρώμα κόκκινοκίτρινου φθινοπωρινού φύλλου σήκωσε το κεφάλι  για κλάσματα δευτερολέπτου και με κοίταξε. 
Με τη ματιά που έχει παγώσει κυνηγούς εμπειρίας χρόνων και και τους έχει μετατρέψει σε μαθητούδια. Την επόμενη στιγμή παίρνει την ανηφόρα για το δάσος ελάτης πενήντα μέτρα μακριά. Δεν  έκανε θόρυβο πάνω στα ξερά φύλλα τρέχοντας, ή εγώ δεν τον άκουσα. Δεν έδειχνε τρομοκρατημένο αγρίμι που τρέχει να κρυφτεί. Περήφανα, απλά απομακρύνθηκε μακρυά από κάποιον εισβολέα θηρευτή ίσως όχι άξιον γι αυτό. Τα λεπτά πόδια του φαινόταν να μην αγγίζουν το έδαφος. Τα άσπρα καπούλια προκλητικά έντονα στο μονότονο χειμωνιάτικο περιβάλλον. Οι δρασκελιές του άνετες να καλύπτουν έδαφος, αβίαστα...




Το σκυλί στη θέση του καρφωμένο. Πρωτόγνωρο θήραμα γι αυτό, έμεινε σαστισμένο στη θέση του. Ίσως κι αυτό να σκέφτηκε ότι δεν είναι το θήραμα που κυνηγάμε ή ότι δεν είναι άξιο να κυνηγήσει κάτι τέτοιο. Εγώ, ακίνητος, παγωμένος, έχω χαθεί να παρατηρώ την απομάκρυνση, μαγεμένος από την κίνηση, τη περηφάνια...
Έμεινα δεν ξέρω και 'γώ πόση ώρα εκεί να "παίζω" στο μυαλό μου ξανά και ξανά την όλη κίνηση σε ένα πλέον άδειο τοπίο. Τη μιά στιγμή ποταμός συναισθημάτων και αδρεναλίνης και αμέσως μετά τίποτα. Κενό. Η μάλλον έντονη ανάμνηση για αυτό που συνάντησα δυο-τρία χιλιόμετρα από κατοικημένη περιοχή....
Αδειάζω το όπλο και παίρνω τη κατηφόρα. Δεν νομίζω να μπορούσα να πάρω κάτι περισσότερο από εκείνη τη μέρα. Δεν νομίζω να είχα το δικαίωμα να ζητήσω κάτι περισσότερο...

Με άδεια τη τσάντα από θήραμα, αλλά με το μυαλό γεμάτο, να θέλει να εκραγεί από αυτό που απομνημόνευσε για πάντα...

+Κοινός Θνητός 8-2-2013